Κλιματική αλλαγή – Η εν υπνώσει απειλή της Σιβηρίας

Permafrost

Η υπερθέρμανση του πλανήτη απειλεί το μόνιμα παγωμένο υπέδαφος στον Αρκτικό Κύκλο. Τελευταία έρευνα καταγράφει στη βόρεια Σιβηρία νέες εκλύσεις μεθανίου, που επιτείνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ειδικοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο ενός φαύλου κύκλου οικολογικής καταστροφής

Κατά 84 φορές πιο ισχυρό από το διοξείδιο του άνθρακα στην παγίδευση θερμότητας, σε βάθος 20ετίας, το μεθάνιο είναι ένα από τα βασικά αέρια που συμβάλλουν στο φαινόμενου του θερμοκηπίου.

Για την ακρίβεια, στις εκλύσεις του αποδίδεται περίπου το 30% της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Η συγκέντρωσή του στην ατμόσφαιρα υπολογίζεται ότι είναι ήδη δυόμιση φορές συγκριτικά με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Και συνεχίζει να αυξάνεται.

Βασικές έως σήμερα πηγές του είναι η εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων, η μαζική κτηνοτροφία βοοειδών, ορυζώνες και χωματέρες.

Τεράστιες ποσότητες μεθανίου είναι επίσης «παγιδευμένες» σε παγωμένα κοιτάσματα στον Αρκτικό Ωκεανό, αλλά και στο μόνιμα παγωμένο υπέδαφος (πέρμαφροστ) περιοχών του Αρκτικού Κύκλου, όπως η βόρεια Σιβηρία.

Σε έναν φαύλο μάλιστα κύκλο, η κλιματική αλλαγή προκαλεί το λιώσιμο του παγωμένου υπεδάφους, με αποτέλεσμα -όπως καταδεικνύει νέα επιστημονική μελέτη- να απελευθερώνονται «παγιδευμένες» ποσότητες μεθανίου, που τη σειρά τους επιτείνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Και ούτω καθεξής…

Κακοί οιωνοί

Η χερσόνησος Ταϊμίρ και τα περίχωρά της στη βόρεια Σιβηρία επλήγησαν από το πιο ακραίο κύμα καύσωνα, το 2020.

Ήταν τόσο σφοδρό, που η θερμοκρασία έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ στο Βερχογιάνσκ, στην πιο παγωμένη πόλη της περιοχής και πλέον ψυχρά σημεία του πλανήτη, αγγίζοντας τότε τους 38 βαθμούς Κελσίου.

Χρησιμοποιώντας δορυφορικά δεδομένα εκείνης της περιόδου και της εν λόγω περιοχής, ομάδα επιστημόνων διαπίστωσε ότι -ως απόρροια του ακραίου καιρικού φαινομένου-, στην ατμόσφαιρα εκλύθηκαν περισσότερες ποσότητες μεθανίου από το παγωμένο σιβηρικό υπέδαφος.

Στη μελέτη τους, που μόλις δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Proceedings of the National Academy of Science, αναφέρουν δε ότι επρόκειτο για διαρροές από μία νέα «πηγή»: πετρώματα, πολύ κοντά στα γεωλογικά όρια ασβεστολιθικών σχηματισμών, που εκτείνονται σε απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων.


Κανονικά, τα αέρια θα έπρεπε να είναι «παγιδευμένα» κάτω από στερεό στρώμα πέρμαφροστ.

«Εκτιμούμε όμως ότι, με τον καύσωνα, η επιφάνεια έγινε ασταθής», αναφέρει ο Δρ. Νίκολαους Φρόιτσχαϊμ, καθηγητής Γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Rhenish Friedrich Wilhelm της Βόννης και επικεφαλής της τριμελούς επιστημονικής ομάδας.

Οι εκλυόμενες ποσότητες είναι προς το παρόν μικρές, τονίζουν οι συντάκτες της μελέτης. Στο συγκεκριμένο διάστημα, η συγκέντρωση μεθανίου αυξήθηκε κατά περίπου 5%, σύμφωνα με τον Δρ.Φρόιτσχαϊμ.

Μεταγενέστερες καταγραφές ωστόσο έδειξαν συνέχιση των εκλύσεων μέχρι την άνοιξη του 2021, παρά την επαναφορά των θερμοκρασιών σε χαμηλά επίπεδα και τις νέες χιονοπτώσεις στην περιοχή.

Απαιτείται επειγόντως περαιτέρω έρευνα, τονίζει η επιστημονική ομάδα.

«Δεν γνωρίζουμε πόσο επικίνδυνες είναι οι εκπομπές μεθανίου, επειδή δεν γνωρίζουμε πόσο γρήγορα μπορεί να γίνουν», παρατηρεί ο επικεφαλής της.

Σε περίπτωση, δε, που η κλιματική αλλαγή επιδεινωθεί και η μέση θερμοκρασία της Γης συνεχίσει να ανεβαίνει, οι εκπομπές μεθανίου μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα σημαντικές και πιθανόν, επισημαίνει, «να κάνουν τη διαφορά μεταξύ καταστροφής και ολέθρου».

Εφιάλτης διαρκείας

Περίπου το 65 τοις εκατό των αχανών ρωσικών εδαφών καλύπτεται από πέρμαφροστ.

Εξαιτίας της υπερθέρμανσης του πλανήτη ωστόσο -που η Αρκτική Ρωσία υπολογίζεται ότι βιώνει 2.5 φορές ταχύτερα από τον υπόλοιπο κόσμο- αυτά βρίσκονται πλέον υπό μία κλιμακούμενη απειλή.

Την κατάσταση στη βόρεια Σιβηρία κάνουν μάλιστα τον τελευταίο καιρό ακόμη πιο εφιλαστική οι εκτεταμένες και πιο καταστροφικές μέχρι σήμερα πυρκαγιές που μαίνονται εδώ και καιρό στη Δημοκρατία της Σαχά (Γιακουτία): τη μεγαλύτερη και πιο ψυχρή περιοχή της Ρωσίας.

Μία από τις βασικές αιτίες, και αυτή τη χρονιά, είναι οι ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες.

Πολλαπλή καταστροφή, λίγη δράση

Συνολικά, η οικολογική καταστροφή έχει εξίσου καταστροφικές συνέπειες για τις υποδομές και τη βιομηχανία της Σιβηρίας και κατ’ επέκταση της ρωσικής οικονομίας.

Κατά δήλωση του Αλεξάντερ Κοζλόφ, υπουργού Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Ρωσίας, το συνολικό ύψος των ζημιών για τη Μόσχα από την κλιματική αλλαγή και το λιώσιμο του πέρμαφροστ υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει τα 67 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2050.

Η τελευταία, περσινή μελέτη του ρωσικού υπουργείου Ανάπτυξης Άπω Ανατολής και Αρκτικής κατέδειξε ότι περίπου το 70% των υφιστάμενων υποδομών στην περιοχή κινδυνεύει.

Μεταξύ αυτών, δε, 36.000 κτίρια και δεκάδες αεροδρόμια, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών, καθώς και το 45% αφορούν στον τομέα εκμετάλλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται στις δομικές καταστροφές.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι περίπου το 23% των τεχνικών βλαβών και το 29% των απωλειών στην εξόρυξη ορυκτών καυσίμων οφείλονται στην υποβάθμιση του πέρμαφροστ.

Μέχρι και σήμερα, ωστόσο, η αντιμετώπιση του προβλήματος παραμένει ελλειμματική.

Τώρα, το Υπουργείο Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος στοχεύει στη δημιουργία ενός συστήματος παρακολούθησης και καταγραφής των ζημιών από το λιώσιμο του πέρμαφροστ στη Σιβηρία.

Παρ’ όλα αυτά, η ρωσική κυβέρνηση προσπαθεί ουσιαστικά να διατηρήσει το status quo.

Ακόμη δεν έχει δεσμευτεί με σχέδια και χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας.

Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι συγκαταλέγεται στις 10 χώρες με τις μεγαλύτερες εκπομπές ρυπογόνων αερίων, παγκοσμίως.

πηγή-in.gr



There are no comments

Add yours

Facebook